Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΙΩΤΑ ΠΑΠΑΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ


Πείτε μας λίγα λόγια για το καινούργιο σας βιβλίο "Μέχρι το τέλος του χρόνου" και για τους ήρωές του. Υπήρξε κάποιος που σας δυσκόλεψε; Κάποιος που αγαπήσατε περισσότερο ή λιγότερο;
 

Το «Μέχρι το τέλος του χρόνου» είναι μία ιστορία από εκείνες που εμένα μου αρέσουν να διαβάζω. Είναι μια ιστορία χαρακτήρων, ένα ψυχογράφημα, ένα οδοιπορικό δύο ανθρώπων που καλούνται να καταλάβουν ποιοι πραγματικά είναι, μα και ποια είναι η ζωή που θέλουν να έχουν, ποιες είναι οι βαθύτερες ανάγκες και επιθυμίες τους. Άνθρωποι με πολλά βιώματα στην πλάτη τους, άσχημα τα περισσότερα, που έχουν αφήσει βαθιές πληγές, με τους ίδιους να έχουν κλειδώσει τους δαίμονές τους σε μια ντουλάπα, υποκρυμμένοι πως δεν υπάρχουν επειδή απλά δεν τους βλέπουν. Δαίμονες τους οποίους, όμως, πρέπει να ξορκίσουν, αν θέλουν να προχωρήσουν στη ζωή τους, πράγμα που απαιτεί δουλειά, όπως και η μεταξύ τους σχέση απαιτεί αμοιβαίες υποχωρήσεις και θυσίες που δεν είναι απαραίτητα έτοιμοι να τις δεχτούν.
Η Κρυσταλλία και ο Κωνσταντίνος έχουν πολλές ομοιότητες μα και τεράστιες διαφορές, και αυτό ήταν το πιο δύσκολο στοιχείο, τόσο ως προς το πώς οι ίδιοι θα διαχειριζόντουσαν την σχέση τους στις εκάστοτε συνθήκες, όσο και ως προς το πώς έπρεπε να τους διαχειριστώ εγώ η ίδια. Το να συνυπάρξουν δύο τέτοιοι άνθρωποι δεν είναι εύκολο, αναπόφευκτα μια σχέση μεταξύ τους δημιουργεί σε πολλές εντάσεις και συγκρούσεις, και το μεγάλο ερώτημα είναι αν τελικά μπορούν –και πρέπει- να είναι μαζί. Ως εκ τούτου, και οι δυο τους με δυσκόλεψαν, κυρίως επειδή υπήρχαν σημεία που έπαιρναν πρωτοβουλίες, αναγκάζοντάς με να πάρω άλλα μονοπάτια απ’ αυτά που είχα αρχικά στο μυαλό μου.
Όσο για τον ποιον αγάπησα περισσότερο… Και τους δύο τους αγάπησα εξίσου, αν και για διαφορετικούς λόγους τον καθέναν. Γενικά, έχω το συνήθειο να λατρεύω χαρακτήρες που θα αποκαλούσαμε «προβληματικούς», επειδή έχουν μεγαλύτερο φάσμα συμπεριφορών, αποκλίσεων και εντάσεων, πράγμα που τους καθιστά πιο ενδιαφέροντες μα και πιο αληθινούς και ρεαλιστικούς συνάμα. Αγαπώ τους χαρακτήρες με πάθη και αδυναμίες, επειδή έχουν κάτι απ’ αυτό που κάθε άνθρωπος οφείλει να έχει στη ζωή του. Και, φυσικά, αγάπησα πολύ και τους δεύτερους χαρακτήρες της ιστορίας αυτής καθώς, μόνο δεύτεροι δεν υπήρξαν στην πραγματικότητα. Ο καθένας τους είχε κάτι σημαντικό να προσφέρει, η παρουσία του στην εξέλιξη της ιστορίας αυτής δεν ήταν τυχαία ή διεκπεραιωτική, και χωρίς αυτούς τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.

Πώς νιώθετε κάθε φορά που ξεκινάτε τη συγγραφή ενός βιβλίου; Γνωρίζεται σίγουρα  την αρχή. Τι γίνεται όμως με την κατάληξή της; Είναι γνωστή  για  εσάς γιατί ακολουθείτε μια καθορισμένη πορεία και μένετε σταθερή στην αρχική σας ιδέα; Ή αυτή η πορεία μπορεί ανά πάσα στιγμή να αλλάξει;


Όταν ξεκινάω την συγγραφή ενός βιβλίου, όπως είναι φυσικό, έχω μια εσωτερική αγωνία μα και μεγάλο ενθουσιασμό. Αυτό που σίγουρα γνωρίζω, είναι το τέλος. Αυτό, πάλι,  που με δυσκολεύει,  είναι στην πραγματικότητα η αρχή. Το να δημιουργήσεις μια δυνατή εισαγωγή που θα καταφέρει να κερδίσει κατευθείαν το ενδιαφέρον του αναγνώστη έτσι ώστε να στρέψει όλη του την προσοχή σ’ αυτό που πρόκειται να εξελιχθεί, είναι το πιο δύσκολο κομμάτι και το μεγαλύτερο στοίχημα για ένα συγγραφέα. Όσον αφορά το σύνολο της πορείας και της εξέλιξης της ιστορίας… Θα έλεγα πως υπάρχει ένας άξονας, ένας βασικός κορμός, αυτό που λέμε αρχή, μέση και τέλος, αλλά ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος πως τα πράγματα θα εξελιχθούν έτσι όπως τα έχεις στο μυαλό σου. Μεγάλες αποκλείσεις μπορεί να μην υπάρχουν, όμως αρκετές φορές οι χαρακτήρες, μ’ έναν μαγικό τρόπο, πηγαίνουν τα πράγματα –ή έστω, ένα μέρος αυτών- εκεί που εκείνοι θέλουν.

Ποιο από τα βιβλία σας κρατά ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας και γιατί;


Αυτή είναι μια ερώτηση εφάμιλλη του να ζητάς από έναν γονιό να σου πει ποιο παιδί του αγαπά περισσότερο. Οι «Ξεπεσμένοι Άγγελοι» είναι το “πρωτάκι” μου, κι αν κι έχει κάποιες συγγραφικές και αφηγηματικές αδυναμίες –έχω συναίσθηση του τι έχω γράψει-, πάντα θα είναι το βιβλίο εκείνο που με έβαλε σ’ έναν κόσμο που δεν είχα καν ονειρευτεί. Το «Μη με ξεχάσεις» είναι το βιβλίο εκείνο που διασκέδασα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο, γράφοντάς το, και που ξύπνησε μέσα μου μια τρυφερή πλευρά και μια νοσταλγική διάθεση που θα ήθελα να έχω μονίμως και στην καθημερινότητά μου. Το «Όταν ξέρεις ν’ αγαπάς» έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα, καθώς είναι το βιβλίο εκείνο που με άλλαξε αρκετά ως άνθρωπο, με έκανε να σκεφτώ και να αναθεωρήσω πράγματα, μα κυρίως, είναι το βιβλίο εκείνο που θεωρώ πως επηρέασε την συνείδηση μεγάλης μερίδας αναγνωστών, βάζοντάς τους στη διαδικασία να σκεφτούν πάνω σ’ ένα ιδιαίτερο θέμα, με τρόπους που δεν είχαν κάνει ως τότε. Αυτό από μόνο του είναι αρκετό για να με κάνει να νιώθω περήφανη για το δημιούργημά μου το οποίο, εκτός των άλλων, θεωρώ πως ανέβασε αρκετά τον πήχη της λογοτεχνικής και αφηγηματικής μου ικανότητας ως συγγραφέα. Τέλος, το «Μέχρι το τέλος του χρόνου», ίσως και να μπορούσα να πω πως είναι η προσωπική μου αδυναμία, καθώς είναι το βιβλίο εκείνο που περιέχει τα περισσότερα στοιχεία από μένα, απ’ αυτό που είναι η Γιώτα, απ’ αυτά που πρεσβεύω ως άνθρωπος, ως φιλοσοφία, ως τρόπος σκέψης, απ’ αυτά που σκέφτομαι, νιώθω κι αισθάνομαι. Επιπλέον, είναι το βιβλίο εκείνο που έχει περισσότερο από κάθε άλλο μου έργο, ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, και ως αναγνώστρια, οι ιστορίες που βασίζονται σε ψυχογραφήματα και στην ανάλυση αυτών, είναι και οι αγαπημένες μου.

Όταν ξεκινάτε τη συγγραφή απομονώνεστε; Ποιες ώρες συνήθως δουλεύετε; 


Δεν θα έλεγα ότι απομονώνομαι, γιατί σε αντίθεση με αυτό που πιστεύουν άλλοι ομότεχνοι, πως η συγγραφή είναι μια πολύ μοναχική διαδικασία, εγώ το έχω μετατρέψει σε κάτι πολύ παρεϊστικο. Έχω τις beta readers μου, οι οποίες διαβάζουν κάθε νέο κεφάλαιο με την ολοκλήρωσή του, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα ατελείωτες συζητήσεις, γέλια, κλάματα, ενστάσεις, εντάσεις, συναισθηματική φόρτιση, που σε μένα τουλάχιστον επιδρούν θετικά, με αναζωογονούν και μου φτιάχνουν τη διάθεση. Όσο για τις ώρες που δουλεύω… είναι ατελείωτες! Όταν γράφω, παθαίνω εμμονή! Όσο η ιστορία προχωράει και εξελίσσεται, τόσο δυσκολεύομαι να την αφήνω στη μέση, με αποτέλεσμα να μην τρώω, να μην κοιμάμαι… Δεν το λες και φυσιολογικό, και σίγουρα δεν κάνει καλό στο σώμα μου, αλλά τουλάχιστον αποφεύγω το να πέσω στην –ολοκληρωτική- παράνοια. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως δεν αφήνω  ποτέ ένα κεφάλαιο ανολοκλήρωτο, όσες ώρες κι αν χρειαστεί για να τελειώσει, γιατί μετά χάνω τον ειρμό της σκέψης μου.

Δέχεστε παρεμβάσεις από τα άτομα που διαβάζουν τις ιστορίες σας πριν δούνε το φως της έκδοσης;


Δεν δέχομαι επειδή, συνήθως, τα άτομα αυτά δεν κάνουν παρεμβάσεις. Χα, χα, χα… Η αλήθεια είναι πως στις φίλες μου αρέσει ό,τι γράφω, έτσι ακριβώς όπως είναι, να και προσωπικά θα ήθελα, κάποιες φορές, να είναι λίγο πιο παρεμβατικές, με την έννοια πως μια «παρατήρηση» μπορεί να σε βοηθήσει να βελτιώσεις κάτι ακόμα περισσότερο. Μπορεί να μην είναι κάτι μεγάλο, ή κάτι σημαντικό, μπορεί απλά να προσθέσεις ή ν’ αφαιρέσεις μία γραμμή από το κείμενό σου, κάτι που πολλοί θα το διαβάσουν κανείς δεν θα το προσέξει, όμως εσύ μέσα σου θα ξέρεις πως το βελτίωσες. Βέβαια, αν σε κάτι έχω μια πολύ συγκεκριμένη ιδέα ή θεωρία, σε σχέση με το πώς το έχω «χτίσει», μπορώ να δεχτώ μια «παρατήρηση» χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα την υιοθετήσω κιόλας, αν κι εφόσον διαφωνώ.

Τι σας έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε την συγκεκριμένη ιστορία; Πόσο καιρό σας πήρε για να την  ολοκληρώσετε;  Ποιο πιστεύετε ότι είναι το δυσκολότερο κομμάτι της συγγραφής;


Το «Μέχρι τέλος του χρόνου» είναι ένα βιβλίο στο οποίο υπάρχουν αρκετά βιωματικά στοιχεία, όπως είναι η ενασχόλησή μου με το χορό, άρα, σ’ έναν βαθμό, θα μπορούσε να πει κανείς πως αυτή ήταν η αφετηρία όλων. Κι επειδή, όπως προείπα, έχω μεγάλη και βαθιά αγάπη στους τραγικούς ήρωες, είναι πολύ γοητευτική η διαδικασία του ν’ ασχοληθείς μαζί τους και να δεις, μέσα από την πορεία της ζωής τους, ψυχογραφώντας τους και αναλύοντάς τους, πως αυτοί μπορούν ν’ αλλάξουν. Βέβαια, στο σημείο αυτό, οφείλω ν’ αναφέρω πως όσοι με γνωρίζουν καλά και έχουν διαβάσει το βιβλίο, τονίζουν πως η Κρυσταλλία είναι ακριβώς όπως είμαι εγώ, ως άνθρωπος και χαρακτήρας, οπότε, τελικά, ίσως η πραγματική μου έμπνευση να είναι ο ίδιος μου ο εαυτός. Δεν ξέρω κατά πόσο ισχύει σε αυτό τον βαθμό που το παρουσιάζουν οι τρίτοι, αν και προφανώς μπορώ κι εγώ η ίδια να εντοπίσω αρκετές ομοιότητες, όμως όλο αυτό έχει μία ιδιαίτερη γοητεία.
Η ιστορία χρειάστηκε, συνολικά λίγο περισσότερο από ένα μήνα για να ολοκληρωθεί. Τα πρώτα 13 κεφάλαια γράφτηκαν μέσα σε δύο εβδομάδες, κάπου εκεί έχασα ένα ολόκληρο κεφάλαιο από τα αρχεία μου, θύμωσα απίστευτα και το άφησα στην άκρη για κάποιους λίγους μήνες, και όλα τα υπόλοιπα κεφάλαια γράφτηκαν μέσα σε διάστημα 20-22 ημερών, όπου είχα κόψει το φαγητό και τον ύπνο γιατί μου ήταν αδύνατον να μείνω μακριά από τους ήρωές μου για μεγάλο διάστημα. Γενικότερα, όταν γράφω, όσο περισσότερο βυθίζομαι στην ιστορία μου και στις εξελίξεις αυτής, τόσο περισσότερο χάνομαι μέσα τους.
Σε ό,τι έχει να κάνει με την συγγραφή και τις δυσκολίες αυτής, αν ρωτήσεις εκατό συγγραφείς, πολύ πιθανόν να λάβεις εκατό διαφορετικές απαντήσεις. Νομίζω πως η δυσκολία για τον καθέναν μας προσδιορίζεται με πολύ αυστηρώς προσωπικά κριτήρια. Όσον αφορά εμένα, το δυσκολότερο κομμάτι είναι το να βρω τον χρόνο και κυρίως την ηρεμία που χρειάζομαι, για να γράψω, που ως μαμά δεν είναι πάντα εφικτό στο βαθμό που θα ήθελα, ενώ ορισμένες φορές, χρειάζεται λίγη περισσότερη προσπάθεια στο να μείνω αποστασιοποιημένη συναισθηματικά απ’ αυτά που γράφω, όπως χαρακτηριστικά συνέβη στην περίπτωση του «Μέχρι το τέλος του χρόνου», καθώς θέλω τα κείμενά μου να είναι ρεαλιστικά και ανθρώπινα και όχι παραμυθένια και υπέρ του δέοντος ρομαντικά, αγγίζοντας τα όρια του μελό.

Ποιον ήρωα και ποια ηρωίδα ξεχωρίζετε από όλες τις ιστορίες σας και γιατί;


Πάλι μου ζητάτε να ξεχωρίσω τα «παιδιά» μου και δεν είναι εύκολο. Η Αγγελική έχει αρκετά στοιχεία από μένα όταν ήμουν στην ίδια ηλικία μ’ εκείνη, οπότε δεν μπορώ παρά να νιώθω μια τρυφερότητα στο πρόσωπό της. Ο Ανδρέας είναι η αρσενική εκδοχή μου και ένας άνθρωπος που εύκολα, στην πραγματική ζωή, θα μπορούσε να είναι το «αυτοκολλητάκι» μου. Αγαπάω πολύ τον Στέφανο, για όλα αυτά που έχει περάσει στη ζωή του και για όλα αυτά που πετυχαίνει στην πορεία αυτής, και θαυμάζω απεριόριστα την Ιόλη γιατί είναι όλα αυτά που θα θέλαμε –στην πλειψηφία μας- να είμαστε, αλλά δεν πλησιάζουμε καν. Ο Κωνσταντίνος είναι ο κρυφός έρωτας της καρδιάς μου, ενώ η Κρυσταλλία έχει τόσα πολλά στοιχεία από τη Γιώτα του σήμερα, σκέφτεται, πράττει και αγαπά με τόσο ταυτόσημο τρόπο με μένα, που αν δεν έλεγα πως την αγαπώ –ίσως- λίγο περισσότερο απ’ όλους, θα ήταν σαν να έλεγα πως δεν αγαπώ τον εαυτό μου, πράγμα που δεν ισχύει σε καμία περίπτωση.

Ποιο στοιχείο σε ένα βιβλίο σας γοητεύει και σας κρατά αιχμάλωτη; Πείτε μας ένα βιβλίο που αγαπήσατε  και δεν μπορείτε να το αποχωριστείτε ποτέ.


Για να με γοητεύσει ένα βιβλίο, περισσότερο και από μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη ιστορία, πρέπει να έχει ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Αν αυτοί δε, συνοδεύονται από μια δόση τραγικότητας, ακόμα καλύτερα. Η μεγάλη μου αδυναμία είναι οι ανθρωποκεντρικές ιστορίες, μα και αυτές που διαθέτουν ψυχογραφήματα τα οποία θέτονται προς ανάλυση, μέσω της οποίας, αναμφίβολα, μπορείς να εισπράξεις πολλά και να κερδίσεις ακόμα περισσότερα.
Υπάρχουν πολλά βιβλία που δεν μπορώ –και δεν πρόκειται- ν’ αποχωριστώ, όχι μόνο ένα. Ορισμένα απ’ αυτά είναι «Τα ανεμοδαρμένα ύψη», «Το φάντασμα της Όπερας», «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ», «Οι Άθλιοι» και «Η Παναγία των Παρισίων», ενώ αν τοποθετηθώ σε μια πιο σύγχρονη βάση, θα έλεγα τα «Απαγορευμένο», «Το λάθος αστέρι», «Πριν έρθεις εσύ» και «Χωρίς ελπίδα», μα και τις σειρές «Χάρι Πότερ» και «Δαιμονικές Μηχανές», που αν και εντελώς διαφορετικού ύφους και χαρακτήρα, συγκαταλέγονται στα σπουδαιότερα σύγχρονα αναγνώσματα που μπορεί να διαβάσει κανείς.

Ποιο απόφθεγμα σας αντιπροσωπεύει απόλυτα;


Δεν είναι τόσο απόφθεγμα όσο έκφραση και στάση ζωής, το οποίο και έχω υιοθετήσει απόλυτα, ειδικά τα τελευταία χρόνια, που είναι άλλο από το: «Κάνε την κάθε μέρα ν’ αξίζει», το οποίο το  έχω κάνει και τατουάζ. Αν θέλετε να μιλήσουμε πιο αυστηρά για απόφθεγμα, τότε θα έλεγα την λατινική φράση «Alis grave nil» που σημαίνει: «Τίποτα δεν είναι βαρύ για όσους έχουν φτερά», την οποία επίσης έχω κάνει τατουάζ. Γενικά, είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά την αλληγορία, μα κι ένας άνθρωπος που του αρέσει ν’ αγωνίζεται γι’ αυτά που θέλει, και που παλεύω για να πετύχω τους στόχους μου, κόντρα σε όλες συνθήκες, γιατί πιστεύω πως όλα είναι δυνατά αρκεί να το λέει η ψυχούλα σου.

Προτιμάτε την ξένη λογοτεχνία ή την ελληνική; Υπάρχει κάποιο βιβλίο που θα θέλατε να είστε εσείς η δημιουργός του;


Χωρίς να σημαίνει ότι σνομπάρω τα έργα των Ελλήνων ομότεχνων, θα έλεγα πως, όσον αφορά την σύγχρονη λογοτεχνία, προτιμώ λίγο περισσότερο την ξένη. Θεωρώ πως οι ξένοι συγγραφείς δουλεύουν πάνω σε μεγαλύτερη γκάμα θεμάτων, παίρνουν πιο εύκολα ρίσκα και καταπιάνονται με δυσκολότερα και πιο ιδιαίτερα θέματα απ’ ότι εμείς, ίσως επειδή απευθύνονται σε ένα πιο ευρύ κι ανοιχτόμυαλο κοινό. Οι Έλληνες συγγραφείς περιοριζόμαστε, άλλοι λιγότερο άλλοι περισσότερο, στα αυστηρά στεγανά της εμπορικότητας, στον βωμό της οποίας θυσιάζεται η πρωτοτυπία, η έμπνευση και η ελευθερία έκφρασης. Και ναι, φυσικά και υπάρχουν βιβλία που θα ήθελα να τα έχω γράψει εγώ, όπως το «Χωρίς ελπίδα» της Colleen Hoover –με την οποία μου έχουν πει αρκετοί αναγνώστες πως μοιάζει το ύφος της γραφής μας, πράγμα που με χαροποιεί απίστευτα πολύ-, το «Απαγορευμένο» της Tabitha Suzuma –που με έχει στιγματίσει για μια ζωή-, το «Λίγο πριν πεθάνω» της Jenny Downham, «Το λάθος αστέρι» του John Green, το «Πριν έρθεις εσύ» της Jojo Moyes (ξέρω, δεν ακούγονται οι πιο ευχάριστες επιλογές, όμως είναι συγκλονιστικά βιβλία, που καταπιάνονται με ιδιαίτερα θέματα, και που μέσα από την τραγικότητά τους γεννιέται η ελπίδα), ενώ από Έλληνες συγγραφείς, έχω ζηλέψει θανάσιμα, με την καλή έννοια, την «Τριλογία της Κρήτης» του φίλου Πολυχρόνη Κουτσάκη.

Κλείνοντας πείτε μας  λίγα λόγια για την Γιώτα! Ποιά είναι η καθημερινότητά της; Πιστεύει  στην αληθινή φιλία, στο happyend; Τι θεωρεί απόλυτη ευτυχία; Και τι θα ήθελε να ευχηθεί στους αναγνώστες της;



Η Γιώτα είναι ένας άνθρωπος που ίσως να μην είναι συμπαθής απ’ όλους, επειδή δεν την κατανοούν και δεν μπορούν να δεχτούν την ειλικρίνεια και την αλήθεια της, που όμως όσοι την εκτιμούν, το κάνουν ακριβώς γι’ αυτό. Επειδή έχει το θάρρος της γνώμης της και την τόλμη να υπερασπίζεται αυτά που σκέφτεται, νιώθει κι αισθάνεται. Αν και δεν της φαίνεται, είναι πολύ ευαίσθητη, κλαίει πολύ εύκολα (μεταξύ μας, έχει κλάψει μέχρι και στον «Ηρακλή» της Disney), αλλά την ίδια στιγμή έχει πολύ ισχυρή προσωπικότητα και μπορεί να γίνει πολύ σκληρή αν χρειαστεί. Έχει μεγάλες αντοχές, συναισθηματικές, σωματικές και ψυχολογικές, είναι ορθολογίστρια και ρεαλίστρια, δεν μασάει τα λόγια της, αλλά την ίδια ώρα είναι πολύ τρυφερή και δοτική, ενώ για τους ανθρώπους που αγαπάει μπορεί να κάνει τα πάντα.
Η καθημερινότητά της είναι παρανοϊκή. Ποτέ οι 24 ώρες της ημέρας δεν είναι αρκετές, και πάντα θα ήθελε να έχει λίγες ακόμα στη διάθεσή της για να κάνει ακόμα περισσότερα πράγματα. Γενικά, δεν βρίσκει ησυχία! Πάντα θέλει με κάτι ν’ ασχολείται! Πράγμα εύκολο γιατί, ως μαμά ενός μικρού αγοριού που πηγαίνει σχολείο κι έχει κι ένα σωρό άλλες ασχολίες, βρίσκεται συνεχώς στους δρόμους, τρέχοντας σαν να την κυνηγά ο διάολος, ενώ τα βράδια, ενώ θα έπρεπε να κοιμάται από τις εννιά, δουλεύει ως τις 3-4 –τουλάχιστον- το πρωί, προκειμένου να βγει το μεροκάματο.
Φυσικά και πιστεύει στην αληθινή φιλία, αν και θεωρεί πως λίγοι άνθρωποι έχουν τα κότσια να παλέψουν γι’ αυτήν, καθώς προτιμούν τη «βολή» τους ή τις εύκολες λύσεις. Έχει λίγους πραγματικούς φίλους –και καλούς-, φίλους καρδιάς και ζωής, που δεν θα τους άλλαζε για τίποτα στον κόσμο και για τους οποίους θα μπορούσε να κάνει τα πάντα.
Στο happyend πιστεύει και δεν πιστεύει, με το σκεπτικό πως δεν υπάρχει πραγματικό τέλος για να το χαρακτηρίσεις ως ευτυχισμένο, αφού κάθε μέρα είναι και μια νέα πρόκληση, ενώ στη ζωή σου μπορεί να συμβούν πράγματα που να καθορίσουν εκ νέου το τι σημαίνει ευτυχία για σένα, οδηγώντας σε στο να αναθεωρήσεις και να κυνηγήσεις νέους στόχους και νέες ευτυχίες.
Δεν ξέρει αν υπάρχει απόλυτη ευτυχία, αλλά αν μπορούσε να το περιγράψει με λίγες λέξεις το συναίσθημα αυτό, θα ήταν όμοιο μ’ αυτό που νιώθει να σκιρτάει μέσα της κάθε φορά που κοιτάζει τον γιο της στα μάτια, όταν τον βλέπει να προοδεύει, να μεγαλώνει, να καμαρώνει για τα κατορθώματά του, όταν τον ακούει να γελάει… Εκείνες είναι οι μικρές στιγμές μιας τέτοιας πληρότητας που δεν συγκρίνεται με τίποτα, και που μόνο ως ευτυχία, ολοκληρωτική κι απόλυτη, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.
Στους αναγνώστες της θα ήθελε να πει, πρώτα απ’ όλα, ένα τεράστιο ευχαριστώ για την αγάπη και την στήριξή τους όλα αυτά τα χρόνια, γιατί αν εκείνοι δεν είχαν αγκαλιάσει τα βιβλία της, δεν θα ήταν εδώ σήμερα για να μιλάει γι’ αυτά. Από ‘κει κι έπειτα, θα ήθελε να τους ευχηθεί να ονειρεύονται μεγάλα, ν’ αγαπάνε ακόμα μεγαλύτερα, μα και να ζουν και να βιώνουν την κάθε μέρα τους με όλο τους το είναι, επειδή όταν αυτή φεύγει δεν γυρίζει ποτέ ξανά. Γι’ αυτό, να μην τις ξοδεύουν και να μην τις σπαταλάνε. 


Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ για την όμορφη κουβέντα μας! Ευχόμαστε να είναι καλοτάξιδο το νέο σας βιβλίο!

Το νέο βιβλίο της Γιώτας Παπαδημακοπούλου κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο "Μέχρι το τέλος του χρόνου" και είναι το τέταρτο βιβλίο από τις εκδόσεις Μάτι.





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου