Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2017

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ: ΘΑΛΕΙΑ ΨΑΡΡΑ

Καλό μήνα σε όλους τους φίλους της Βιβλιοεξάρτησης!
Για τον Φλεβάρη καλεσμένη μας στη "Συνέντευξη του Μήνα" είναι μια νέα συγγραφέας από εκδόσεις Ψυχογιός, η Θάλεια Ψαρρά, που με το πρώτο κιόλας βιβλίο της μας χάρισε ένα όμορφο ταξίδι!

Πρόσφατα εκδόθηκε το πρώτο σας βιβλίο με τίτλο "Τα λαβωμένα σ'αγαπώ" από εκδόσεις Ψυχογιός. Πώς αισθανθήκατε όταν το είδατε τυπωμένο;
Πρωτόγνωρη, χαρά, πολύ μεγάλη συγκίνηση και ομολογώ και λίγη αμηχανία. Κάθε συγγραφέας, αποτυπώνει στο χαρτί μέσω της ιστορίας του, κομμάτια της ψυχής του. Όταν  το κράτησα λοιπόν στα χέρια μου σε μορφή βιβλίου πλέον, και όχι σε κόλλες Α4 όπως το είχα μέχρι πρότινος, συνειδητοποίησα πως μέρος της δικής μου ψυχής, βρισκόταν ανάμεσα στις σελίδες του, εκτεθειμένο σε όποιον αποφασίσει να διαβάσει το βιβλίο. Αυτή ήταν μια σκέψη που μου πέρασε από το μυαλό, αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σας, αλλά φυσικά το συναίσθημα παρέμενε και παραμένει τόσο ευχάριστο, που καμία αμηχανία δεν μπορεί να το επισκιάσει! Ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Αυτό νομίζω τα λέει όλα.!

Πόσο καιρό σας πήρε για να το ολοκληρώσετε;
Είμαι εργαζόμενη και μητέρα ενός κοριτσιού τεσσεράμισι ετών, ενώ μόλις δυο μήνες πριν, ήρθε στην ζωή μας και ο γιός μας. Αυτό, όπως μπορούν να καταλάβουν όσοι είναι γονείς, κάνει την καθημερινότητα πολύ γεμάτη και απαιτητική. Μου πήρε λοιπόν σχεδόν δέκα μήνες, αφού έγραφα μόνο τα Σαββατοκύριακα και αυτό χάρη στην βοήθεια του συζύγου μου.  Αν δεν ήταν εκείνος να αναλαμβάνει τις μέρες εκείνες την φροντίδα της μικρής μας, προκειμένου να με αφήσει απερίσπαστη να χαθώ στον κόσμο των ηρώων μου, δεν ξέρω αν, ή σε πόσο καιρό θα είχα κατορθώσει να ολοκληρώσω το βιβλίο! Είναι πολύ όμορφο να σε στηρίζει ο σύντροφος σου, γι’ αυτό τον ευχαριστώ, και θα τον ευχαριστώ πάντα για αυτή την ανιδιοτελή έκφραση της αγάπης του.

Τι σας έδωσε το έναυσμα για να ξεκινήσετε τη συγγραφή. Ήταν πρόσφατη η απόφαση αυτή, ή γράφετε από παλιά;
Δεν είμαι από εκείνους που θα σας πουν ότι έγραφα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, αφού στην περίπτωση μου δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Διάβαζα όμως πολύ και λάτρευα τα βιβλία από τότε που ήμουν παιδί. Μέχρι και σήμερα, όσο δύσκολη μέρα και αν έχω, μου είναι αδύνατο να κλείσω τα μάτια μου, πριν χαθώ έστω για λίγο, στον κόσμο ενός βιβλίου. Όσο περνούσαν τα χρόνια, το μυαλό μου σκάρωνε κατά καιρούς διάφορες ιστορίες, όμως δεν τολμούσα να τις αποτυπώσω στο χαρτί. Τώρα συνειδητοποιώ, πως αυτό γινόταν, είτε επειδή οι ιστορίες αυτές δεν ωρίμαζαν αρκετά μέσα μου, είτε επειδή δεν ήμουν εγώ αρκετά ώριμη, ώστε να τις διαχειριστώ και να κάνω αυτή την διείσδυση που απαιτείται να κάνει κάθε συγγραφέας στην ανθρώπινη ψυχή. Το έναυσμα για «Τα λαβωμένα σ’αγαπώ», μου το έδωσε μια καταπληκτική εκτέλεση του «Ερωτόκριτου», που άκουσα σε μια καλοκαιρινή συναυλία. Εκείνο το βράδυ, ταξίδεψα νοερά στην Κρήτη μιας άλλης εποχής και γεννήθηκαν μέσα μου η Εριφύλη και ο Τζάκος. Οι προσωπικότητες τους, οι εικόνες και τα συναισθήματα που αναδύονταν από μέσα μου ήταν τόσο έντονα, που ζωντάνευαν μέρα με την μέρα όλο και περισσότερο, κάνοντας την επιλογή μου πλέον μονόδρομο, αφού η ανάγκη μου να γράψω για όσα «έβλεπα», ήταν επιτακτική. Η εμπειρία μου αυτή, ήταν από τα πιο όμορφα πράγματα που έχω ζήσει και σίγουρα θα επιδιώξω να την ζήσω ξανά και ξανά. Εύχομαι να το καταφέρω.

Πώς αποφασίσατε να το δώσετε προς έκδοση, σας προέτρεψε κάποιος να το κάνετε;
Κάθε συγγραφέας, όταν ολοκληρώνει ένα βιβλίο, σίγουρα θέλει να το δει να εκδίδεται. Όταν λοιπόν έρθει η στιγμή να απευθυνθεί σε κάποιον εκδοτικό οίκο,  συνήθως επιλέγει εκείνον που αγαπά και προτιμά περισσότερο ως αναγνώστης. Εγώ σαν αναγνώστρια, επέλεγα ως επί το πλείστον τα βιβλία των Εκδόσεων Ψυχογιός να με ταξιδέψουν. Όταν λοιπόν ολοκλήρωσα «Τα λαβωμένα σ’ αγαπώ» η πρώτη μου σκέψη ήταν να απευθυνθώ εκεί. Σε αυτό το σημείο μάλιστα, θέλω να μου επιτρέψετε να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ τις Εκδόσεις Ψυχογιός και την υπεύθυνη του Εκδοτικού τμήματος Αγγέλα Σωτηρίου, που σε αυτή την δύσκολη εποχή, μου έδειξαν εμπιστοσύνη και άνοιξαν με αγάπη και τρυφερότητα την αγκαλιά τους και το εκδοτικό τους "σπίτι", για να υποδεχτούν εμένα και τους ήρωες μου. Οι ευκαιρίες σπάνια δίνονται πλέον στον καιρό που διανύουμε και δεν θα ξεχάσω ποτέ, πως σ΄ εμένα, την ευκαιρία να πραγματοποιήσω το όνειρο μου, την έδωσαν οι Εκδόσεις Ψυχογιός!

Γνωρίζουμε πως κουμπάρα σας είναι μια πετυχημένη συγγραφέας, η Λένα Μαντά, σας συμβούλεψε για το βιβλίο σας;
Η αγάπη μου για τα βιβλία, έτυχε να φέρει στον δρόμο και την ζωή μου την Λένα Μαντά και αισθάνομαι πραγματικά πολύ τυχερή γι’ αυτό. Γράφω αρκετά στον πρόλογο του βιβλίου μου, σχετικά με το πως ξεκίνησε και πως εξελίχθηκε αυτή η σχέση. Γράφω επίσης αρκετά και για τον τρόπο με το οποίο εκφράζει εκείνη την αγάπη της, αλλά και για τον τρόπο που έχει σταθεί στο πλάι μου όλα αυτά τα χρόνια. Είναι οπαδός της «σκληρής αγάπης», που προτιμά ακόμη και να σε δυσκολέψει προκειμένου να σε βοηθήσει να κατανοήσεις τα μαθήματα ζωής, ώστε να γίνουν πολύτιμα εφόδια για το μέλλον. Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν και σε αυτή την βάση στην οποία στηρίζεται η φιλία μας, θα ήταν αδύνατο να μου δώσει τις συμβουλές και την βοήθεια της, πριν ολοκληρώσω το βιβλίο μου. Όχι γιατί δεν ήθελε να με βοηθήσει, αλλά γιατί τόσο εκείνη, όσο και εγώ, θέλαμε να ανακαλύψουμε και να προσμετρήσουμε τις δικές μου δυνάμεις, χωρίς την δική της παρέμβαση. Και εκεί ήταν όλη η ουσία. Διάβασε λοιπόν τις πρώτες είκοσι σελίδες του βιβλίου προκειμένου να πάρει μια εικόνα, και στην συνέχεια, με παρότρυνε να συνεχίσω μόνη μου σε αυτό το ταξίδι, που είναι ούτως η άλλως μοναχικό. Ακόμη και η ανασφάλεια, ή η αμφιβολία που μπορεί να νιώθει κάποιος όταν γράφει, αυξάνει την αδρεναλίνη και κάνει τελικά το ταξίδι πιο απολαυστικό. Εκείνη το ήξερε καλά αυτό. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να μου το στερήσει.

Η ιστορία του βιβλίου σας εξελίσσεται εξ ολοκλήρου στην Κρήτη. Στον πρόλογο του βιβλίου γράφετε πως δεν έχετε πάει ποτέ. Πώς πήρατε απόφαση να γράψετε γι αυτήν (με επιτυχία κατά τη γνώμη μας) και πόσο δύσκολο ήταν τελικά;
Όπως προανέφερα, το έναυσμα για την ιστορία του βιβλίου το πήρα, ακούγοντας ένα βράδυ τον «Ερωτόκριτο», οπότε, μοιραία το μυαλό μου ταξίδεψε στην Κρήτη. Η αγάπη μου για αυτό το νησί, παρόλο που όντως δεν έχω επισκεφτεί, μάλλον ξεκινά από τα παιδικά μου χρόνια. Στο πολύ στενό οικογενειακό μου περιβάλλον, υπάρχει ένας φίλος, ο οποίος είναι κρητικός. Κουβαλώντας εκείνος την βαθιά αγάπη του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, κάθε φορά που μαζευόμασταν σε οικογενειακές γιορτές, ήθελε να φέρνει κοντά μας και κάτι από το άρωμα της Κρήτης και  το κατάφερνε με την βοήθεια της λύρας και της φωνής του. Συνδέοντας λοιπόν αυτό το νησί, την μουσική και τους ανθρώπους του, με όμορφες στιγμές της ζωής μου, όσο περνούσαν τα χρόνια το αγαπούσα όλο και περισσότερο. Το γεγονός πως δεν έτυχε να πάω ποτέ, με έκανε να διστάσω λίγο στην αρχή να τοποθετήσω εκεί την ιστορία μου, όμως οι ήρωες μου ήταν ανένδοτοι! Ο Τζάκος μου, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, από γέννημα – θρέμμα κρητικός! Έψαξα λοιπόν και χρειάστηκε πολλές φορές να ρωτήσω πράγματα και ακόμη περισσότερες να διαβάσω, μέχρι τελικά να ταξιδέψω πρώτη με τους ήρωες μου σε άλλες εποχές και άγνωστα μονοπάτια και σιγά σιγά να ξεδιπλώσω με σεβασμό και πολλή αγάπη την ιστορία τους. Όλη αυτή η αναζήτηση και η έρευνα που χρειάστηκε να κάνω, έκαναν το ταξίδι μου ακόμη πιο ενδιαφέρον. Το απόλαυσα πραγματικά, καθ’ όλη την διάρκεια της συγγραφής και ελπίζω να το απολαύσει και όποιος επιλέξει να διαβάσει το βιβλίο.

Υπάρχει κάποιος ήρωας που να αγαπήσατε λίγο παραπάνω στο βιβλίο σας;
Διαβάζοντας την ερώτηση σας, το μυαλό μου έτρεξε σε όλους τους ήρωες του βιβλίου. Κάθε φορά που πήγαινα να διακρίνω ένα χαρακτηριστικό, το οποίο θα με έκανε να ξεχωρίσω κάποιον από αυτούς, ερχόταν κάτι από έναν άλλον χαρακτήρα, να διεκδικήσει το δικό του προβάδισμα στην καρδιά μου. Ακόμη και μετά από αρκετή σκέψη λοιπόν, δεν μπορώ να σας πω, πως αγαπώ κάποιον περισσότερο. Ίσως να κατανοώ λίγο παραπάνω την Εριφύλη και τον Αρίστο, αφού σε εκείνους νομίζω πως έδωσα πιο πολλά από τα δικά μου χαρακτηριστικά. Η αγάπη όμως και η τρυφερότητα που νιώθω, είναι ίδια για όλους τους ήρωες.

Ο πατέρας της Εριφύλης της κεντρικής ηρωίδας του βιβλίου, ο Δρόσος έχει έναν δύσκολο χαρακτήρα, και πολλές πράξεις του είναι σκληρές. Τον δικαιολογείτε;
Τα βιώματα που περνά κάθε άνθρωπος, και ο τρόπος με τον οποίο αυτά «γράφουν» στην ψυχή του, διαμορφώνουν κατά έναν μεγάλο βαθμό τον χαρακτήρα του. Όλα αυτά φυσικά, πάντα σε συνάρτηση με την εσωτερική δύναμη, που μπορεί να διαθέτει, ή να μην διαθέτει. Ο Δρόσος, έζησε την απώλεια ενός αδερφού στα παιδικά του χρόνια και παρόλο που προσπάθησε να σταθεί στο πλάι του πατέρα του, αισθανόταν πάντα πως έμενε αόρατος, ότι και αν έκανε. Δεν κατάφερε να βρει την δύναμη να το διαχειριστεί προφυλάσσοντας την ψυχή του, και όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν περισσότερο για εκείνον, την παρέδωσε τελικά στον θυμό και το μίσος. Δεν τον δικαιολογώ, όμως μπορώ να τον καταλάβω. Είναι όπως τα μικρά παιδιά, που όταν νιώθουν παραμελημένα και αδικημένα μπορεί να συμπεριφερθούν άσχημα χάνοντας τον έλεγχο του θυμού τους, και επιδιώκουν να κερδίσουν την προσοχή μας, έστω και αν αυτή συνοδεύεται από επίπληξη, ή ακόμη και τιμωρία. Μόνο που στην περίπτωση των ενηλίκων, όταν χαθεί ο έλεγχος και φωλιάσει στην ψυχή ο θυμός, οι πράξεις γίνονται πιο σκληρές και τα πράγματα εύκολα μπορούν να οδηγηθούν στα άκρα, με πολύ μεγαλύτερες συνέπειες, όπως συνέβη και στην περίπτωση του Δρόσου.

Εκτός από συγγραφέας είστε και αναγνώστρια. Ποιο βιβλίο από όσα έχετε διαβάσει αποτελεί σταθμό της ζωής σας;
Είμαι μανιώδης αναγνώστρια για την ακρίβεια! Αυτό, με δυσκολεύει να απαντήσω στην ερώτηση σας με έναν μόνο τίτλο βιβλίου, αφού το μυαλό μου έχει τρέξει ήδη σε δυο τρία βιβλία – σταθμούς στην ζωή μου. Θα σας τα αναφέρω λοιπόν εν συντομία:  « Ο μικρός πρίγκιπας» του Αντουάν Ντε Σέντ – Εξιπερί, ήταν από τα πρώτα βιβλία που με ταξίδεψαν σαν παιδί και το θεωρώ σταθμό στην ζωή μου, γιατί το ταξίδι που μου προσέφερε ήταν τόσο μαγευτικό, που με έκανε να αγαπήσω τον κόσμο των βιβλίων. Αργότερα, τα βιβλία του Λέο Μπουσκάλια «Να ζείς, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις» και «Λεωφορείο 9 για τον παράδεισο», ήταν εκείνα που με μύησαν στην εσωτερική αναζήτηση και με βοήθησαν να διαμορφώσω πολλά από τα στοιχεία του χαρακτήρα μου, οπότε εξίσου μπορώ να τα θεωρήσω σταθμούς. Και τέλος, πολλά από τα βιβλία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γρηγόριου Ξενόπουλου, ήταν εκείνα που διάβαζα στην εφηβεία μου και θεωρώ πως έπαιξαν επίσης πολύ σημαντικό ρόλο στην ζωή μου, συμβάλλοντας σημαντικά στην…. Βιβλιοεξάρτηση από την οποία πάσχω μέχρι σήμερα!

Ποια φράση σας αντιπροσωπεύει;
Μια φράση του Νίκου Καζαντζάκη «Ό,τι δεν συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά!». Με γεμίζει με αισιοδοξία και δύναμη. Αισιοδοξία πως μπορώ να κατορθώσω να πραγματοποιήσω τους στόχους που βάζω στην ζωή μου και δύναμη να παλέψω γι’ αυτούς, ενώ ταυτόχρονα με βοηθά να συνειδητοποιώ την ευθύνη που έχει ο καθένας από εμάς για την ζωή του. Για τα περισσότερα πράγματα που μας συμβαίνουν, εκτός από τον παράγοντα της υγείας, αποκλειστικοί υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όσα επιτρέπουμε, ή δεν επιτρέπουμε να εισχωρήσουν στην ζωή μας και είναι πολύ λυτρωτικό να το συνειδητοποιεί κανείς αυτό.

Ποιο πιστεύετε πως είναι το μεγαλύτερο προτέρημα σας και ποιο το μεγαλύτερο ελάττωμα;
Δύο από τα μεγαλύτερα ελαττώματα μου, που περπατούν χέρι –χέρι μέσα μου,  μάλλον είναι η ανυπομονησία και ο παρορμητισμός μου, ειδικά όταν θέλω κάτι πολύ. Με οδηγούν πολλές φορές στο να φερθώ επιπόλαια, καταφέρνοντας τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα. Προσπαθώ σκληρά να τα διορθώσω… Ελπίζω να κατορθώσω κάποια στιγμή τουλάχιστον να τα μετριάσω. Στα προτερήματα μου, -παρόλο που καλό είναι να μιλούν συνήθως άλλοι γι’ αυτά και όχι εμείς οι ίδιοι-, συγκαταλέγω σίγουρα το χιούμορ. Το χιούμορ είναι ένα στοιχείο που λατρεύω στους ανθρώπους και θεωρώ, πως μπορεί να λειτουργήσει σαν σανίδα σωτηρίας με πολύ μεγάλη επιτυχία, είτε αυτό αφορά την δική μας ζωή, είτε την ζωή ανθρώπων που αγαπάμε. Το να μπορείς να γελάς, ή να καταφέρνεις να κάνεις κάποιον άλλον να γελάσει πάνω σε μια δύσκολη στιγμή του, είναι σαν να του δίνεις μια ανάσα ζωής, την ώρα που υποφέρει από ασφυξία. Αυτές τις ανάσες λοιπόν, μου αρέσει να τις χαρίζω απλόχερα στον εαυτό μου και στους γύρω μου.

Στο βιβλίο σας οι περισσότεροι ήρωες αναζητούν την ευτυχία, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, άλλος στην αληθινή αγάπη, άλλος στα χρήματα κ.α. Εσείς τι πιστεύετε πως είναι η πραγματική ευτυχία;
Η ικανότητα, να μπορεί κανείς να εκτιμά και να νιώθει την ψυχή του γεμάτη με όσα ήδη έχει, χωρίς να στρέφει το βλέμμα του συνεχώς, σε κάτι επιπλέον το οποίο νομίζει πως θα τον έκανε περισσότερο ευτυχισμένο, ειδικά όταν αυτό αφορά υλικά αγαθά. Όλοι μας ζούμε σε μια δύσκολη εποχή και όλοι μας νιώθουμε πιεσμένοι από την καθημερινότητα μας και τον συνεχή αγώνα για την επιβίωση. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορούμε να ζούμε και ευτυχισμένοι. Ένα ζεστό, ενθαρρυντικό βλέμμα από τον σύντροφό μας, το δυνατό γέλιο των παιδιών μας την ώρα που παίζουμε μαζί τους και μια αγκαλιά την στιγμή που την έχουμε ανάγκη, μπορούν να μας χαρίσουν και την ευτυχία, αλλά και την δύναμη που χρειαζόμαστε για να ανταπεξέλθουμε στην τόσο απαιτητική καθημερινότητα μας. Μπορεί να με θεωρήσετε ρομαντική, αλλά πιστεύω πως τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά, από ότι τείνουμε πολλές φορές εμείς να τα βλέπουμε.


Σας ευχαριστούμε θερμά για τις τόσο όμορφες απαντήσεις!


Το πρώτο βιβλίο της Θάλειας Ψαρρά από τις εκδόσεις Ψυχογιός με τίτλο "Τα λαβωμένα σ'αγαπώ":
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου